|
Η γλώσσα (grico)
Η κατωιταλική ή γραικάνικη διάλεκτος (grico) είναι η διάλεκτος που συνδυάζει ελληνικά και ιταλικά στοιχεία (Δείτε παραπομπή 1) και συναντάται σε δύο γλωσσικές νησίδες της Κάτω Ιταλίας, στην περιοχή της Καλαβρίας και σε αυτή του Λέτσε (Grecia Salentina). (χάρτης). Οι ειδικοί διχάζονται για την καταγωγή τους. Κάποιοι τοποθετούν τη γέννησή τους στην κλασσική εποχή, κατά τον αποικισμό των Δωριέων, αρκετούς αιώνες πριν την εμφάνιση του χριστιανισμού, ενώ άλλοι εντοπίζουν την καταγωγή τους στο 10ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης πληθυσμών από την Πελοπόννησο, όταν η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρισκόταν στο απώγειό της. Κάποιοι μάλιστα έφθασαν να αποκαλούν τους πρώτους αυτούς Έλληνες «ανίψια του Ομήρου» και να τους θεωρούν «αρχαιολογικά ίχνη μεγάλης αξίας». Η grico συγκαταλέγεται μεταξύ των μειονοτικών γλωσσών, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Περιφερειακών και Μειονοτικών Γλωσσών, που τέθηκε σε ισχύ το 1998. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει υπολογίσει τον αριθμό των ομιλούμενων γλωσσών στον πλανήτη μεταξύ 6.000 - 7.000. Η συντριπτική πλειοψηφία από αυτές αποτελούν κτήμα λίγων χιλιάδων ή και εκατοντάδων ομιλητών.
Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει και η grico, η οποία συρρικνώνεται διαρκώς και απειλείται με εξαφάνιση. Οι κάτοικοι ανησυχώντας για το γλωσσικό τους ιδίωμα που χάνεται λένε χαρακτηριστικά: «Ίου βάντουνε αλάι στη λάμπα της γλώσσας μα να μη σβηστεί» (πρέπει να βάζουν λάδι στη λάμπα της γλώσσας για να μη σβηστεί). Σύμφωνα, πάντως, με έρευνα που διενήργησε το «Ευρωπαϊκό Γραφείο για τις Λιγότερο Χρησιμοποιούμενες Γλώσσες», τα γρεκάνικα (grico) μιλιούνται από 10-12.000 άτομα στα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας και του Σαλέντο. Η αγροτική παραγωγή (αμπέλια, ελιές, καπνός κ.ά.), που αποτελούσε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες τη βάση της οικονομικής ζωής της επαρχίας του Λέτσε, κρατούσε τον ελληνόφωνο πληθυσμό του Σαλέντο στις εστίες του και η γλώσσα μεταδιδόταν προφορικά από γενιά σε γενιά. Μέχρι την εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης στην Ιταλία το 1950-51, οι ομιλητές της grico, χωρικοί στην πλειοψηφία τους, ζούσαν μια αυτάρκη ζωή στις μασερίες (masserie), τις ιδιοκτησίες γης στην ύπαιθρο. Οι κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, όμως, των τελευταίων δεκαετιών, όπως η μαζική μετανάστευση προς τα αστικά κέντρα, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ελβετία, η αστυφιλία, η υποχρεωτική σχολική φοίτηση, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και η διάδοση των μέσων επικοινωνίας συνετέλεσαν στην καθιέρωση των ιταλικών, της εθνικής γλώσσας, και στην περιθωριοποίηση της τοπικής διαλέκτου. Η τάση αυτή ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο και από το φόβο του κοινωνικού και επαγγελματικού αποκλεισμού που βίωναν οι νεότερες γενιές των ελληνόφωνων του Σαλέντο από την προσπάθεια να διατηρήσουν τη γλωσσική τους διαφορετικότητα.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η τάση φαίνεται να αντιστρέφεται. Οι ελληνόφωνοι του Σαλέντο επιχειρούν από κοινού να διαφυλάξουν το γλωσσικό τους ιδίωμα και να το χρησιμοποιήσουν ακόμα και ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην προσπάθειά τους για ανάπτυξη και πρόοδο. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις κοινότητες της Grecia Salentina, το 95,5% των οικογενειών με παιδιά σε σχολική ηλικία θεωρούν ότι πρέπει να διαφυλαχθεί η γλώσσα και ο πολιτισμός grico, το 84% εξέφρασαν την επιθυμία να διδάσκεται η grico στα σχολεία, το 40% δήλωσαν ότι γνωρίζουν την ιστορία της κοινότητάς του, το 38% έχουν κάνει έρευνες για την ιστορία της κοινότητάς του και της ευρύτερης περιοχής της Grecia Salentina, το 85% επιθυμούν την αδελφοποίηση του σχολείου του με κάποιο ελληνικό σχολείο και το 90% θα ήθελαν να έχει Έλληνες φίλους. Παραπομπή 1. Π.χ. Kalos irtate (= καλωσήρθατε), calimera (=καλημέρα), traudia (=τραγούδια).
|